κάρβουνο
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
κάρβουνο
- ˈkaɾ.vu.no
Από πού έρχεται
κάρβουνο < μεσαιωνική ελληνική κάρβουνο(ν) < ελληνιστική κοινή κάρβων (ξυλοκάρβουνο) < λατινική carbo (άνθρακας)
ουσιαστικό κάρβουνο · κάρβουνα · κάρβουνου · κάρβουνων
- υλικό από άνθρακα, το οποίο παράγεται με αργή και ατελή καύση οργανικών ουσιών (κυρίως το ξύλο) και χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη ※ Εἶχαν περάσει ἀπὸ παλιὰ καμίνια, ὅπου ἔφτιαναν ἄλλες χρονιὲς κάρβουνα οἱ καρβουνιάρηδες. Ἐκεῖ στάθηκαν λίγο καὶ τοὺς ἐξήγησε ὁ δασάρχης τὸν τρόπο ποὺ γίνονται τὰ κάρβουνα. (⌘ Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, κεφ. Τα πεθαμένα δέντρα, 1918)
- το ξυλοκάρβουνο
- κάτι που έχει καεί ολότελα, που έχει απανθρακωθεί ※ Ο βασιλιάς όμως, βυθισμένος στις σκέψεις του, προσπαθώντας να βρει τρόπο να αντιμετωπίσει τους Βίκινγκς, ξεχάστηκε εντελώς. Φυσικά το καρβέλι έγινε κάρβουνο και, όταν επέστρεψε η γυναίκα, κουρασμένη και πεινασμένη, έβαλε τις φωνές στον Αλφρέδο, ο οποίος, μετανιωμένος και λυπημένος, της ζήτησε πολλ
- ειδική μορφή άνθρακα σε σχήμα κοντυλιού που χρησιμοποιείται για σχέδιο ζωγραφικής
Στα αγγλικά
Συζήτησε αυτή τη λέξη "κάρβουνο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. κάρβουνο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%BF "κάρβουνο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%BF.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {κάρβουνο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%B2%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}