άρτος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άρτος

Where it comes from

άρτος < αρχαία ελληνική ἄρτος < ἀραρίσκω ή ἀρτύω

noun άρτος · άρτοι · άρτου · άρτων · άρτο · άρτους

  1. το ψωμί ※ Ο Έλλην φιλαναγνώστης δεν έχει προτιμήσεις. Τον ενδιαφέρουν εξ ίσου όλα τα βιβλία. Πως ημπορεί λοιπόν να του αρνηθεί κανείς τον πνευματικόν άρτον; Δεν το αρνήθηκα ποτέ μου εις κανένα. Βαθμηδόν τα ερμάρια της βιβλιοθήκης μου ήρχισαν να χάσκουν ως γεροντική οδοντοστοιχία. (Παύλος Νιρβάνα, Η βιβλιοφι
  2. εκκλησιαστικοί όροι: οι πέντε άρτοι (στον πληθυντικό), για τους άρτους της αρτοκλασίας

In English

  • bread baked dough made from cereals

Talk about this word

Cite this
MLA

"άρτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

άρτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"άρτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άρτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}