άρχοντας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άρχοντας¹

  • ˈaɾ.xon.das

Where it comes from

άρχοντας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄρχοντας, μορφή του ἄρχων (ουσιαστικό) < αρχαία ελληνική ἄρχων μετοχή και ουσιαστικοποιημένη μετοχή του ἄρχω

noun άρχοντας · άρχοντες · άρχοντα · αρχόντων

  1. πλούσιος άνδρας με θέση κύρους που φέρεται γενναιόδωρα και μεταφορικά όποιος φέρεται με παρόμοιο τρόπο χωρίς απαραιτήτως να είναι εύπορος Ο Κώστας είναι άρχοντας, καθαρός, καλοντυμένος, ευγενής, πάντα κερνάει.
  2. παρωχημένη σημασία ο κυβερνήτης μιας περιοχής, ο αξιωματούχος, αριστοκράτης ή ευγενής που δικοικούσε μια περιοχή (στην Ελλάδα) τσιφλικάς, προύχοντας, δημογέροντας
  3. αρχαία Αθήνα επίσημος τίτλος οι εννέα άρχοντες των Αθηνών

Άρχοντας²

Where it comes from

Άρχοντας < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Άρχοντας · Άρχοντα · Archontas

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • prince (figuratively) great person
  • lord ruler, one having mastery over others
  • archon chief magistrate

Talk about this word

Cite this
MLA

"άρχοντας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

άρχοντας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82

Chicago

"άρχοντας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άρχοντας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}