άρωμα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άρωμα

  • ˈa.ɾo.ma

Where it comes from

άρωμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἄρωμα

noun άρωμα · αρώματα · αρώματος · αρωμάτων

  1. η ευχάριστη μυρωδιά ※ Στην αποπνικτική ατμόσφαιρα που είχε αφήσει πίσω του ένας αέρας ζεστός σαν χαμσίνι, ο Νάσερ με γκρίζο κουστούμι, όρθιος στο ανοιχτό του αυτοκίνητο, περιτριγυρισμένος από τη σωματοφυλακή του, διέσχιζε αργά τους δρόμους της Αλεξάνδρειας, ανασαίνοντας το διακριτικό της άρωμα από τα φούλια και τα γιασ

    Similar: μοσχοβολιά, ευωδία

  2. παρασκεύασμα με ευχάριστη μυρωδιά, που χρησιμοποιείται από άνδρες και γυναίκες ως καλλυντικό ※ Αμέσως μου 'πιασε κουβέντα πως ήταν αρωματοποιός και πως είχε κάνει συνθέσεις δικές του, αλλ' ότι το μεγάλο εμπόριο αρωμάτων τον κατέστρεψε κι έτσι τον έπιασαν για λαθρέμπορο οινοπνεύματος. (Γιάννης Μανούσακας, Το χρονικό ενός αγώνα, τόμος 1, 1986, σελ. 129)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"άρωμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

άρωμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1

Chicago

"άρωμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άρωμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}