άσθμα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

άσθμα

  • ˈasθma

Where it comes from

άσθμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἆσθμα (και γραφή ἄσθμα)

noun άσθμα · άσθματα · άσθματος · ασθμάτων

  1. ιατρική αναπνευστική διαταραχή - πάθηση που χαρακτηρίζεται από επεισόδια έντονης δύσπνοιας και επίμονου βήχα, που συχνά προκαλείται από αλλεργιογόνα, όπως σκόνη, γύρη, ατμοσφαιρική ρύπανση από διοξείδιο του θείου, όζον κ.λπ. που επιδεινώνουν την κατάσταση. ※ Το άσθμα είναι η πιο κοινή χρόνια πάθηση στα παιδιά. (Η Καθημερινή, 4 Ιουνίου 2010)
  2. δύσπνοια που προκαλεί μια έντονη προσπάθεια ή ένα έντονο αίσθημα ※ Ἡ Φραγκογιαννού, μὲ ἐλαφρὸν ἄσθμα, ἔτρεχεν, ἔτρεχε, μαστιζομένη τὸ πρόσωπον ἀπὸ τὸ ἀπόγειον τὸ πρωινόν. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ἡ φόνισσα, 1903)

    Similar: λαχάνιασμα, κοντανάσεμα

In English

  • asthma chronic respiratory disease

Talk about this word

Cite this
MLA

"άσθμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%83%CE%B8%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

άσθμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%83%CE%B8%CE%BC%CE%B1

Chicago

"άσθμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%83%CE%B8%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {άσθμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%83%CE%B8%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}