άσκοπος
Ελληνικά · Từ đồng nghĩa và trái nghĩa
AI Nói đơn giản
Đang viết một lời giải thích ngắn…
Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.
άσκοπος
Nó đến từ đâu
άσκοπος < αρχαία ελληνική ἄσκοπος < α- + σκοπός
tính từ άσκοπος · άσκοπη · άσκοπο · άσκοπου · άσκοπης
-
που δεν έχει σκοπό, χωρίς νόημα ή αποτελεσματικότητα, ή χωρίς καθαρό προορισμό
※ Ένα από εκείνα τα μεσημέρια της βαρετής και άσκοπης καθαριότητας, δεν ξέρω πώς, μου 'ρθε να πεταχτώ μέχρι το ΚΨΜ της Δεύτερης Μοίρας, να πιω καφέ. Στα παλιά λημέρια! (Θοδωρής Κοντούλης, Τοτε που η πατρίδα-- μου 'κλεινε πονηρά το μάτι: αναμνήσεις από το στρατό : αφήγημα ψυχωφελές και εκτονωτικόν, ε
Trái nghĩa: σκόπιμος
-
που είναι αναποτελεσματικός και μάταιος
Tương tự: αναποτελεσματικός, ατελέσφορος · Trái nghĩa: αποτελεσματικός, τελεσφόρος
Bằng tiếng Anh
- feckless lacking purpose
Trò chuyện về từ này "άσκοπος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. άσκοπος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%82 "άσκοπος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%82.Trích dẫn
@misc{micwyn_2026,
title = {άσκοπος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AC%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}