έγγραφο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

έγγραφο

  • ˈeŋ.ɣɾa.fo

Sounds like εγγράφω

Where it comes from

έγγραφο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἔγγραφον, ενικός < ελληνιστική κοινή τά ἔγγραφα (πληθυντικός) < επίθετο ἔγγραφος

noun έγγραφο · έγγραφα · εγγράφου · έγγραφου · εγγράφων

  1. το κείμενο που έχει συνταχθεί με επίσημο τρόπο και φέρει στοιχεία του συντάκτη (ατόμου ή φορέα), στοιχεία του αποδέκτη ή των αποδεκτών, ημερομηνία, υπογραφή και συχνά σφραγίδα
  2. το αρχείο ηλεκτρονικού υπολογιστή που περιέχει κείμενο (βλ. ηλεκτρονικό έγγραφο)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"έγγραφο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

έγγραφο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF

Chicago

"έγγραφο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έγγραφο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}