έκλυτος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

έκλυτος

  • ˈe.kli.tos

Where it comes from

έκλυτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔκλυτος (έκ-λυτος, φιλήδονος) < αρχαία ελληνική ἔκλυτος (ελαφρύς) < ἐκλύω < ἐκ + λύω

adjective έκλυτος · έκλυτη · έκλυτο · έκλυτου · έκλυτης

  1. formal, λόγιο που δεν σέβεται τους ηθικούς κανόνες και δεν χαλιναγωγεί τα πάθη του ※ Τα έκλυτα ήθη των Βυζαντινών αναφέρονται συχνά από τους ποιητές της πόλης, ιδιαίτερα από τον Αντίφιλο τον Βυζάντιο που άκμασε τον 1ο αιώνα μ.Χ. (Freely, John, (μτφ. Έλλη Έμκε) (2014), Κωνσταντινούπολη: Η ιστορία της αυτοκρατορικής πόλης. Αθήνα: Μίνωας, σελ. 33)

Similar: ακόλαστος, ανήθικος, άσωτος, ελευθέριος

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"έκλυτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

έκλυτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"έκλυτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έκλυτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CE%BB%CF%85%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}