έκταση

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

έκταση

Where it comes from

έκταση < αρχαία ελληνική ἔκτασις (τέντωμα) < ἐκτείνω < τείνω

noun έκταση · εκτάσεις · έκτασης · εκτάσεων

  1. άσκηση της γυμναστικής κατά την οποία πρέπει να απλώσεις τεντωμένα τα χέρια σου στο πλάι
  2. επιφάνεια γης διασχίζαμε απέραντες εκτάσεις κατεστραμμένες από την πυρκαγιά
  3. το μέγεθος μιας επιφάνειας το ξενοδοχείο θα χτιστεί σε μια έκταση εκατοντάδων στρεμμάτων
  4. το μέγεθος της εξάπλωσης ενός φαινομένου ※ Το πρόβλημα της προέλευσης των Βλάχων δεν έχει παρά μόνο τις εξής διαστάσεις: σε ποιούς λαούς, με τι τρόπο, σε ποια έκταση, σε ποια ιστορική περίοδο και σε τι βαθμό υπήρξε γλωσσικός εκλατινισμός, για πόση χρονική διάρκεια και για ποιους λόγους. (Γιώργης Έξαρχος, Αχιλλεύς Λαζάρου, Οι Ελληνοβλάχοι (
  5. γραμματική η τροπή μιας βραχείας συλλαβής σε μακρά

In English

  • area figuratively, any extent, scope or range
  • scale size or scope
  • register music: range of a voice or instrument
  • range distance to the object
  • extent space, area, volume to which something extends
  • terrain area

Talk about this word

Cite this
MLA

"έκταση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

έκταση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7

Chicago

"έκταση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έκταση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}