έκταση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
έκταση
Where it comes from
έκταση < αρχαία ελληνική ἔκτασις (τέντωμα) < ἐκτείνω < τείνω
noun έκταση · εκτάσεις · έκτασης · εκτάσεων
- άσκηση της γυμναστικής κατά την οποία πρέπει να απλώσεις τεντωμένα τα χέρια σου στο πλάι
- επιφάνεια γης διασχίζαμε απέραντες εκτάσεις κατεστραμμένες από την πυρκαγιά
- το μέγεθος μιας επιφάνειας το ξενοδοχείο θα χτιστεί σε μια έκταση εκατοντάδων στρεμμάτων
- το μέγεθος της εξάπλωσης ενός φαινομένου ※ Το πρόβλημα της προέλευσης των Βλάχων δεν έχει παρά μόνο τις εξής διαστάσεις: σε ποιούς λαούς, με τι τρόπο, σε ποια έκταση, σε ποια ιστορική περίοδο και σε τι βαθμό υπήρξε γλωσσικός εκλατινισμός, για πόση χρονική διάρκεια και για ποιους λόγους. (Γιώργης Έξαρχος, Αχιλλεύς Λαζάρου, Οι Ελληνοβλάχοι (
- η τροπή μιας βραχείας συλλαβής σε μακρά
In English
Talk about this word "έκταση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. έκταση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7 "έκταση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {έκταση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}