έκτυπος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

έκτυπος

  • ˈek.ti.pos

Where it comes from

έκτυπος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔκτυπος. Συγχρονικά αναλύεται σε έκ- + τύπος

adjective έκτυπος · έκτυπη · έκτυπο · έκτυπου · έκτυπης

  1. ανάγλυφος, με τη μορφή της παράστασης να εξέχει ιδαίτερα ※ Το παραγόμενο έκτυπο - έκμαγμα ήταν συνήθως λίγο μικρότερο από το αρχέτυπο, καθώς η αρχική πήλινη μήτρα συρρικνωνόταν κατά την όπτηση (Α. Γιαννακούρη, Κοροπλαστική και μικροτεχνία στον αιγαιακό χώρο από τους γεωμετρικούς χρόνους έως και τη Ρωμαϊκή περίοδο, Διεθνές συνέδριο στη μνήμη της Ηούς Ζερβο

    Similar: έξεργος · Opposite: πρόστυπος

  2. figuratively, μεταφορικά προφανής

Talk about this word

Cite this
MLA

"έκτυπος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

έκτυπος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%82

Chicago

"έκτυπος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έκτυπος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BA%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}