έξεργος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

έξεργος

Where it comes from

έξεργος < εξ- + έργο + -ος

adjective έξεργος · έξεργη · έξεργο · έξεργου · έξεργης

  1. τέχνη που προεξέχει (αρκετά) από την υπόλοιπη επιφάνεια Η γυναικεία μορφή εικονίζεται σε έξεργο ανάγλυφο ένθρονη, κατά μέτωπο, με στεφάνι στο κεφάλι, ντυμένη με χιτώνα και ιμάτιο, το οποίο καλύπτει το πίσω μέρος του κεφαλιού. Δύο ζεύγη αλόγων πλαισιώνουν τη θεά, τα δύο μπροστινά σε έξεργο ανάγλυφο, τα άλλα δύο σε χαμηλό. (Μόνιμη έκθεση Αρχαιολογικού Μουσ
  2. ουσιαστικοποιημένο έξεργο

Similar: έκτυπος · Opposite: πρόστυπος

Thesaurus

adjective

Similar: έκτυπος · Opposite: πρόστυπος

Talk about this word

Cite this
MLA

"έξεργος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

έξεργος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82

Chicago

"έξεργος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έξεργος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}