έλλειψη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
έλλειψη
- ˈe.li.psi
Where it comes from
έλλειψη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔλλειψις (ανεπάρκεια) (-σις > -ση)
: για το γεωμετρικό σχήμα < νεολατινική ellipsis < ελληνιστική κοινή ἔλλειψις (κωνική τομή)
noun έλλειψη · ελλείψεις · έλλειψης · ελλείψεων
-
η ύπαρξη μειωμένης ποσότητας ενός αγαθού
Υπάρχει έλλειψη νερού.
Similar: ανεπάρκεια
- κλειστή ωοειδής καμπύλη με δύο εστίες· το άθροισμα των αποστάσεων από τις δύο εστίες είναι σταθερό για όλα τα σημεία της καμπύλης αυτής
- η παράλειψη, στον λόγο, ορισμένων συστατικών στοιχείων μιας πρότασης ή φράσης, τα οποία εννοούνται εύκολα από τα συμφραζόμενα Ο αρχαίος όρος «βαρεία» είναι έλλειψη του «βαρεία προσῳδία».
In English
Talk about this word "έλλειψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%88%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. έλλειψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%88%CE%B7 "έλλειψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%88%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {έλλειψη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%88%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}