έλλειψη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

έλλειψη

  • ˈe.li.psi

Where it comes from

έλλειψη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔλλειψις (ανεπάρκεια) (-σις > -ση)

: για το γεωμετρικό σχήμα < νεολατινική ellipsis < ελληνιστική κοινή ἔλλειψις (κωνική τομή)

noun έλλειψη · ελλείψεις · έλλειψης · ελλείψεων

  1. η ύπαρξη μειωμένης ποσότητας ενός αγαθού Υπάρχει έλλειψη νερού.

    Similar: ανεπάρκεια

  2. γεωμετρία κλειστή ωοειδής καμπύλη με δύο εστίες· το άθροισμα των αποστάσεων από τις δύο εστίες είναι σταθερό για όλα τα σημεία της καμπύλης αυτής
  3. γραμματική η παράλειψη, στον λόγο, ορισμένων συστατικών στοιχείων μιας πρότασης ή φράσης, τα οποία εννοούνται εύκολα από τα συμφραζόμενα Ο αρχαίος όρος «βαρεία» είναι έλλειψη του «βαρεία προσῳδία».

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"έλλειψη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%88%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

έλλειψη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%88%CE%B7

Chicago

"έλλειψη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%88%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έλλειψη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%88%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}