έμπορος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
έμπορος¹
- ˈem.bo.ɾos
Where it comes from
έμπορος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἔμπορος < ἐν πόρῳ < πόρος
noun έμπορος · έμποροι · εμπόρου · έμπορου · εμπόρων · έμπορων
- που αγοράζει προϊόντα σε μεγάλες ποσότητες και τα πουλάει σε μικρότερες χωρίς να τα μεταποιεί ※ Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες σ
- που πουλάει υφάσματα και λευκά είδη
- που δεν ενδιαφέρεται για την ποιότητα των προϊόντων ή των υπηρεσιών που παρέχει αλλά μόνο για το κέρδος
- που εκμεταλλεύεται κάποιο κοινωνικό αγαθό για να κερδίσει χρήματα
Έμπορος²
Where it comes from
Έμπορος < έμπορος
proper noun Έμπορος · Εμπόρου · Emporos
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "έμπορος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. έμπορος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82 "έμπορος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {έμπορος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}