έμπορος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

έμπορος¹

  • ˈem.bo.ɾos

Where it comes from

έμπορος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἔμπορος < ἐν πόρῳ < πόρος

noun έμπορος · έμποροι · εμπόρου · έμπορου · εμπόρων · έμπορων

  1. επάγγελμα που αγοράζει προϊόντα σε μεγάλες ποσότητες και τα πουλάει σε μικρότερες χωρίς να τα μεταποιεί ※ Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες σ
  2. dated, παρωχημένο που πουλάει υφάσματα και λευκά είδη
  3. figuratively, offensive, μεταφορικά, μειωτικό που δεν ενδιαφέρεται για την ποιότητα των προϊόντων ή των υπηρεσιών που παρέχει αλλά μόνο για το κέρδος
  4. figuratively, offensive, μεταφορικά, μειωτικό που εκμεταλλεύεται κάποιο κοινωνικό αγαθό για να κερδίσει χρήματα

Έμπορος²

Where it comes from

Έμπορος < έμπορος

proper noun Έμπορος · Εμπόρου · Emporos

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • merchant person who traffics in commodities
  • trader one who earns a living by trading

Talk about this word

Cite this
MLA

"έμπορος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

έμπορος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"έμπορος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έμπορος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}