ένοικος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ένοικος
Where it comes from
ένοικος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔνοικος (που κατοικεί σε έναν τόπο) < ἐν + οἶκος. Συγχρονικά αναλύεται σε έν- + οίκος
noun ένοικος · ένοικοι · ενοίκου · ένοικου · ενοίκων · ένοικο
- αυτός που ζει μέσα σε ένα σπίτι, που κατοικεί σε αυτό, είτε το ακίνητο αποτελεί ιδιοκτησία του είτε όχι ※ Μια πανέξυπνη κουτσομπόλα θυρωρίνα ανακατεύεται στη ζωή των ενοίκων μιας πολυκατοικίας. (Στάθης Βαλούκος, Φιλμογραφία ελληνικού κινηματογράφου (1914-1984), Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών, 1984, σελ. 131)
In English
Talk about this word "ένοικος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ένοικος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82 "ένοικος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ένοικος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}