ένστικτο

Ελληνικά · Visawe na vinyume

AI Kwa maneno rahisi

Inaandika maelezo mafupi…

Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.

ένστικτο

  • ˈen.sti(ŋ).kto

Limetoka wapi

ένστικτο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ένστικτος (< εν-, στικ- (στίζω) + -τος), άμεσο δάνειο από τη γαλλική instinct < λατινική instinctus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος instinguo < stinguo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stengʷ- / *stegʷ- (ωθώ, σπρώχνω) (συγγενικό: αρχαία ελληνική στίζω)

nomino ένστικτο · ένστικτα · ενστίκτου · ένστικτου · ενστίκτων

  1. ψυχολογία, βιολογία η έμφυτη εσωτερική παρόρμηση στον άνθρωπο και στα ζώα που οδηγεί σε πράξεις που εξυπηρετούν τη συντήρηση και την αναπαραγωγή του είδους ※ Ο φοβισμός ή φωβισμός [από τη γαλλική λέξη fauves (: αγρίμια, θηρία), επειδή οι κριτικοί θεώρησαν πως οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες ζωγράφιζαν παραμορφωτικά, σαν «θηρία»] εμφανίστηκε το 1905 και υποστήριξε με πάθος την επικράτηση του ενστίκτου στη λογική, του καθαρού χρώματος στη μορφή. Οι φοβιστές

Yanayofanana: ορμέμφυτο, διαίσθηση, ενόραση

Visawe na vinyume

Kwa Kiingereza

  • instinct natural or inherent impulse or behaviour

Zungumza kuhusu neno hili

Nukuu
MLA

"ένστικτο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ένστικτο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%BF

Chicago

"ένστικτο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ένστικτο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%84%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}