έρμα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

έρμα

  • ˈeɾ.ma

Where it comes from

έρμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕρμα

noun έρμα · έρματα · έρματος · ερμάτων

  1. ναυτικός όρος, αεροπλοΐα το βάρος που προστίθεται στο κύτος ενός πλοίου ή σκάφους για να αυξάνεται η ευστάθεια και η ισορροπία, ή στη λέμβο (το «καλάθι») αεροστάτου, για να ρυθμίζεται η ανύψωση· η σαβούρα
  2. σιδηρόδρομοι το ανυψωμένο υπόστρωμα χαλικιών μέσα στο οποίο τοποθετούνται οι στρωτήρες
  3. figuratively, μεταφορικά οι (ηθικές) αρχές που κατευθύνουν τη συμπεριφορά ή τη δράση κάποιου ※ σε οποιαδήποτε περίπτωση αυτό που μας ταλανίζει είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει ηθικό έρμα, εφημερίδα Τα Νέα

Similar: σαβούρα

adjective έρμα · έρματα · έρματος · ερμάτων

  1. accusative, neuter, nominative, plural, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έρμος

Thesaurus

noun

Similar: σαβούρα

In English

  • ballast heavy material placed in the hold of a vessel

Talk about this word

Cite this
MLA

"έρμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

έρμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B1

Chicago

"έρμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έρμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}