έρμα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
έρμα
- ˈeɾ.ma
Where it comes from
έρμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕρμα
noun έρμα · έρματα · έρματος · ερμάτων
- το βάρος που προστίθεται στο κύτος ενός πλοίου ή σκάφους για να αυξάνεται η ευστάθεια και η ισορροπία, ή στη λέμβο (το «καλάθι») αεροστάτου, για να ρυθμίζεται η ανύψωση· η σαβούρα
- το ανυψωμένο υπόστρωμα χαλικιών μέσα στο οποίο τοποθετούνται οι στρωτήρες
- οι (ηθικές) αρχές που κατευθύνουν τη συμπεριφορά ή τη δράση κάποιου ※ σε οποιαδήποτε περίπτωση αυτό που μας ταλανίζει είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει ηθικό έρμα, εφημερίδα Τα Νέα
Similar: σαβούρα
adjective έρμα · έρματα · έρματος · ερμάτων
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του έρμος
Thesaurus
noun
Similar: σαβούρα
In English
- ballast heavy material placed in the hold of a vessel
Talk about this word "έρμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. έρμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B1 "έρμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {έρμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}