σαβούρα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σαβούρα
- saˈvu.ɾa
Where it comes from
σαβούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σαβούρα ή από την ελληνιστική κοινή σε κείμενο του 2ου αιώνα, του Αίλιου Διονύσιου < λατινική saburra < sabulum < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sámh₂dʰos < *sem- (εκχέω, χύνω)
: → δείτε τις λέξεις τo τουρκικό και safra, δάνειο μέσω της οθωμανικής από το μεσαιωνικό σαβούρα
noun σαβούρα · σαβούρες · σαβούρας
-
το σύνολο των βαρών που τοποθετούνται στα πλοία (ή υποβρύχια) και αερόστατα, προκειμένου ν’ αυξηθεί η ευστάθειά τους
Similar: έρμα
- κάθε άχρηστο πνευματικό ή υλικό προϊόν Το σαββατοκύριακο πέταξα όλη τη σαβούρα από την αποθήκη και κράτησα μόνο τα έπιπλα.
- για άσχημη γυναίκα ή κοπέλα
- για γυναίκα κακής πάστας Σε είδανε πάλι στην πλατεία με εκείνη τη σαβούρα
- τροφή κακής ποιότητας
In English
- ballast heavy material placed in the hold of a vessel
Talk about this word "σαβούρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. σαβούρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1 "σαβούρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σαβούρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}