σαβούρα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σαβούρα

  • saˈvu.ɾa

Where it comes from

σαβούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σαβούρα ή από την ελληνιστική κοινή σε κείμενο του 2ου αιώνα, του Αίλιου Διονύσιου < λατινική saburra < sabulum < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sámh₂dʰos < *sem- (εκχέω, χύνω)

: → δείτε τις λέξεις τo τουρκικό και safra, δάνειο μέσω της οθωμανικής από το μεσαιωνικό σαβούρα

noun σαβούρα · σαβούρες · σαβούρας

  1. το σύνολο των βαρών που τοποθετούνται στα πλοία (ή υποβρύχια) και αερόστατα, προκειμένου ν’ αυξηθεί η ευστάθειά τους

    Similar: έρμα

  2. figuratively, μεταφορικά κάθε άχρηστο πνευματικό ή υλικό προϊόν Το σαββατοκύριακο πέταξα όλη τη σαβούρα από την αποθήκη και κράτησα μόνο τα έπιπλα.
  3. figuratively, offensive, μεταφορικά, υβριστικό για άσχημη γυναίκα ή κοπέλα
  4. figuratively, offensive, μεταφορικά, υβριστικό για γυναίκα κακής πάστας Σε είδανε πάλι στην πλατεία με εκείνη τη σαβούρα
  5. figuratively, μεταφορικά τροφή κακής ποιότητας

In English

  • ballast heavy material placed in the hold of a vessel

Talk about this word

Cite this
MLA

"σαβούρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σαβούρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1

Chicago

"σαβούρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σαβούρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%B2%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}