έρχομαι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
έρχομαι
- ˈeɾ.xo.me
Where it comes from
έρχομαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἔρχομαι. Ορισμένοι τύποι, από θέματα χωρίς ετυμολογική σύνδεση, όπως έλα!, ήρθα/ήλθα (που συνδέονται με το ελαύνω και το έλευση).
verb έρχομαι · ήλθα · ήρθα · έχω έρθει · ερχόμενος
- φτάνω Μας ήρθε ένα δέμα από το Παρίσι.
- επιστρέφω Πού είναι ο Γιάννης; Τώρα έρχεται.
- προχωρώ μαζί με κάποιον Φεύγετε; έρχομαι μαζί σας.
- η προστακτική χρησιμοποιείται και για να προσκαλέσουμε κάποιον Ελάτε αύριο για φαγητό.
- είμαι ίσος στο μέγεθος, φτάνω Ψήλωσε το παιδί. Τώρα μου έρχεται ως τον ώμο.
- ταιριάζω στο μέγεθος Δεν μου έρχεται καλά αυτό το παντελόνι. Πρέπει να το κοντύνω.
- συμμετέχω από κοινού με άλλον Έρχομαι εις γάμου κοινωνίαν.
- για ιδέα ή παρόρμηση· εμφανίζομαι στον νου κάποιου Δεν ξέρω τι μου ήρθε και το 'κανα αυτό, πάντως το μετάνιωσα πικρά.
- γεννιέμαι Γεννήθηκε το μωράκι μας, ήρθε.
Thesaurus
In English
Talk about this word "έρχομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. έρχομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "έρχομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {έρχομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}