έρχομαι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

έρχομαι

  • ˈeɾ.xo.me

Where it comes from

έρχομαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἔρχομαι. Ορισμένοι τύποι, από θέματα χωρίς ετυμολογική σύνδεση, όπως έλα!, ήρθα/ήλθα (που συνδέονται με το ελαύνω και το έλευση).

verb έρχομαι · ήλθα · ήρθα · έχω έρθει · ερχόμενος

  1. φτάνω Μας ήρθε ένα δέμα από το Παρίσι.
  2. επιστρέφω Πού είναι ο Γιάννης; Τώρα έρχεται.
  3. προχωρώ μαζί με κάποιον Φεύγετε; έρχομαι μαζί σας.
  4. η προστακτική χρησιμοποιείται και για να προσκαλέσουμε κάποιον Ελάτε αύριο για φαγητό.
  5. είμαι ίσος στο μέγεθος, φτάνω Ψήλωσε το παιδί. Τώρα μου έρχεται ως τον ώμο.
  6. για ρούχα ταιριάζω στο μέγεθος Δεν μου έρχεται καλά αυτό το παντελόνι. Πρέπει να το κοντύνω.
  7. formal, επίσημο, σε λόγιες παγιωμένες εκφράσεις συμμετέχω από κοινού με άλλον Έρχομαι εις γάμου κοινωνίαν.
  8. τριτοπρόσωπα για ιδέα ή παρόρμηση· εμφανίζομαι στον νου κάποιου Δεν ξέρω τι μου ήρθε και το 'κανα αυτό, πάντως το μετάνιωσα πικρά.
  9. figuratively, μεταφορικά γεννιέμαι Γεννήθηκε το μωράκι μας, ήρθε.

Opposite: εξέρχομαι, φεύγω, αποχωρώ, απέρχομαι

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"έρχομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

έρχομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"έρχομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έρχομαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%81%CF%87%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}