έτοιμος

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

έτοιμος¹

  • ˈe.ti.mos

Откуда оно

έτοιμος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἕτοιμος / ἑτοῖμος

прилагательное έτοιμος · έτοιμη · έτοιμο · έτοιμου · έτοιμης

  1. που έχει ολοκληρώσει όλες τις αναγκαίες προπαρασκευαστικές ενέργειες για να προχωρήσει σε μια πράξη ή να αντιμετωπίσει μια κατάσταση έφτιαξα τις βαλίτσες μου και είμαι έτοιμος για ταξίδι

    Похожие: προετοιμασμένος

  2. που λόγω χαρακτήρα ή συνθηκών έχει διαρκώς μια τάση να αντιμετωπίζει τις καταστάσεις με πάγια τακτική, παρόμοιο τρόπο Αμάν πια! Έτοιμος για καβγά είσαι πάντα!
  3. που έχει ολοκληρωθεί η κατασκευή του ή οποιαδήποτε άλλη εργασία (επισκευή, συντήρηση κλπ) το αυτοκίνητό σας θα είναι έτοιμο σε καμιά ωρίτσα
  4. που το έχει ετοιμάσει ή φροντίσει κάποιος άλλος για μας έτοιμο φαγητό: δεν μαγειρεύτηκε στο σπίτι, αλλά αγοράστηκε από εστιατόριο

Противоположное: ανέτοιμος

Έτοιμος²

Откуда оно

Έτοιμος < έτοιμος

имя собственное Έτοιμος · Ετοίμου · Etoimos

  1. ανδρικό επώνυμο

Синонимы и антонимы

прилагательное

Противоположное: ανέτοιμος

По-английски

  • set ready, prepared
  • ready prepared for immediate action or use
  • prepared ready, willing

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"έτοιμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%84%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

έτοιμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%84%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"έτοιμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%84%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έτοιμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%84%CE%BF%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}