έχιδνα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

έχιδνα¹

Where it comes from

έχιδνα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔχιδνα

:* για το ταξινομικό γένος < → δείτε τη λέξη Έχιδνα < νεολατινικά echidna < αρχαία ελληνική → και δείτε τη λέξη ἐχῖνος

noun έχιδνα · έχιδνες · έχιδνας · εχιδνών

  1. φίδι είδος δηλητηριώδους φιδιού

    Similar: οχιά

  2. figuratively, μεταφορικά επικίνδυνη γυναίκα, ύπουλη, πονηρή, φαρμακόγλωσση

    Similar: οχιά

  3. ταξινομία μέλος του γένους Έχιδνα (Echidna), ωοτόκο θηλαστικό της οικογένειας των Tαχυγλωσσιδών, που μοιάζει με τον σκαντζόχοιρο

Έχιδνα²

  • ˈe.çi.ðna

Where it comes from

Έχιδνα < αρχαία ελληνική όνομα Ἔχιδνα < ἔχιδνα (έχιδνα)

proper noun Έχιδνα

  1. ελληνική μυθολογία κόρη του Ουρανού και της Γαίας (ή της Κητούς) με πρόσωπο όμορφης γυναίκας και το σώμα ερπετού· το τέρας που υπήρξε η μητέρα της Σφίγγας, της Χίμαιρας, του Κέρβερου και άλλων τεράτων της μυθολογίας

proper noun Έχιδνα

  1. ταξινομικός όρος - γένος: Echidna που ανήκει στην οικογένεια Ταχυγλωσσίδες

In English

  • viper a poisonous snake in the family Viperidae
  • adder viper
  • echidna any of the four species of small spined monotremes

Talk about this word

Cite this
MLA

"έχιδνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

έχιδνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%BD%CE%B1

Chicago

"έχιδνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%BD%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {έχιδνα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%BD%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}