έχιδνα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
έχιδνα¹
Where it comes from
έχιδνα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔχιδνα
:* για το ταξινομικό γένος < → δείτε τη λέξη Έχιδνα < νεολατινικά echidna < αρχαία ελληνική → και δείτε τη λέξη ἐχῖνος
Έχιδνα²
- ˈe.çi.ðna
Where it comes from
Έχιδνα < αρχαία ελληνική όνομα Ἔχιδνα < ἔχιδνα (έχιδνα)
proper noun Έχιδνα
- κόρη του Ουρανού και της Γαίας (ή της Κητούς) με πρόσωπο όμορφης γυναίκας και το σώμα ερπετού· το τέρας που υπήρξε η μητέρα της Σφίγγας, της Χίμαιρας, του Κέρβερου και άλλων τεράτων της μυθολογίας
proper noun Έχιδνα
- ταξινομικός όρος - γένος: Echidna που ανήκει στην οικογένεια Ταχυγλωσσίδες
In English
Talk about this word "έχιδνα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%BD%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. έχιδνα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%BD%CE%B1 "έχιδνα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%BD%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {έχιδνα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AD%CF%87%CE%B9%CE%B4%CE%BD%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}