ίκτερος

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

ίκτερος

Откуда оно

ίκτερος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἴκτερος

существительное ίκτερος · ίκτεροι · ίκτερου · ίκτερων · ίκτερο · ίκτερους

  1. ιατρική : σύμπτωμα ηπατικής πάθησης που εκδηλώνεται με το χαρακτηριστικό κίτρινο χρώμα που παίρνει το δέρμα λόγω της παρουσίας ουσιών της χολής στο αίμα το νεογέννητο παρουσίασε ίκτερο και έπρεπε να μείνει στο μαιευτήριο για παρακολούθηση

Похожие: λαϊκότροπο, χρυσή, λιόκρουγμα

Синонимы и антонимы

существительное

Похожие: λαϊκότροπο, χρυσή, λιόκρουγμα

По-английски

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"ίκτερος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%AF%CE%BA%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ίκτερος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%AF%CE%BA%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"ίκτερος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%AF%CE%BA%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ίκτερος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%AF%CE%BA%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}