χρυσή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

χρυσή¹

  • xɾiˈsi

Sounds like χρήση, Χρύση

Where it comes from

χρυσή < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου χρυσός, εννοείται η λέξη αρρώστια

noun χρυσή · χρυσής

  1. vulgar, λαϊκότροπο ίκτερος ※ Σκεφτείτε μια κοινωνία που να θέλει χαρτορίχτρες, φλυτζανούδες, βλάχους [ορθοπεδικούς] τι να σας πω. Είχαν ειδικότητες. Η μια ήταν ξεματιάστρα. Η άλλη έλυνε τα μάγια, η άλλη έκοβε το λιόκρο, [ τη χρυσή.] Και πολλές έκαναν αλοιφές για όλα. (Αλεξάνδρα Παυλίδου Θωμά, Λάμπρο Μίχος, ο φούρναρης και πρα

    Similar: λιόκρουση, ίκτερος

adjective χρυσή · χρυσής

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του χρυσός

Χρυσή²

  • xɾiˈsi

Where it comes from

Χρυσή < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου χρυσός• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

proper noun Χρυσή · Χρυσές · Χρυσής · Χρυσών

  1. γυναικείο όνομα
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

Talk about this word

Cite this
MLA

"χρυσή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

χρυσή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CE%AE

Chicago

"χρυσή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {χρυσή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}