αίνιγμα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αίνιγμα

  • ˈe.niɣ.ma

Where it comes from

αίνιγμα < αρχαία ελληνική αἴνιγμα < αἰνίσσομαι

noun αίνιγμα · αινίγματα · αινίγματος · αινιγμάτων

  1. κάθε ερώτηση που διατυπώνεται συνήθως σε έμμετρο λόγο, μεταφορικά ή με παρομοιώσεις, με στόχο να διασκεδάσει και να ασκήσει τη σκέψη και τη φαντασία κατά την αποκρυπτογράφηση του κρυμμένου νοήματος. Συνήθως καταλήγει στο ερώτημα "τι είναι;" "Ψηλός-ψηλός καλόγερος, μα κόκαλα δεν έχει. Τι είναι....;" Η απάντηση του αινίγματος είναι ο "καπνός"
  2. figuratively, μεταφορικά καθετί που είναι δύσκολο να ερμηνευτεί ή που παραμένει μυστήριο, κάτι αβέβαιο ως προς την ερμηνεία του, ένα αναπάντητο ερώτημα, κάτι το ανεξήγητο, το διφορούμενο, το παράδοξο, το ανεξιχνίαστο το αίνιγμα του Stonehedge

Similar: γρίφος, μυστήριο, σπαζοκεφαλιά

Thesaurus

In English

  • puzzle thing which is difficult to make sense of or understand
  • enigma something puzzling, mysterious or inexplicable
  • conundrum difficult question or riddle
  • riddle verbal puzzle

Talk about this word

Cite this
MLA

"αίνιγμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αίνιγμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1

Chicago

"αίνιγμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αίνιγμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}