Μίκουιν

αγγλικός

Ελληνικά · Συνώνυμα και αντώνυμα

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

αγγλικός

  • aŋ.ɡliˈkos

Από πού έρχεται

αγγλικός < Άγγλ(ος) + -ικός

επίθετο αγγλικός · αγγλική · αγγλικό · αγγλικού · αγγλικής

  1. που έχει σχέση με την Αγγλία ή τους Άγγλους ※ Μέλι στάζει ο αγγλικός Τύπος για τη σπουδαία πρόκριση της Λίβερπουλ, εκθειάζοντας τον αρχηγό Στίβεν Τζέραρντ και τον Ισπανό προπονητή της Ράφα Μπενίτεθ.
  2. broadly, κατ’ επέκταση που έχει σχέση με το Ηνωμένο Βασίλειο

Παρόμοιες: εγγλέζικος, ιγγλέζικος

Συνώνυμα και αντώνυμα

επίθετο

Παρόμοιες: εγγλέζικος, ιγγλέζικος

Στα αγγλικά

  • English of or pertaining to England

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"αγγλικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγγλικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"αγγλικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγγλικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}