αγγλόφωνος

Ελληνικά · Visawe na vinyume

AI Kwa maneno rahisi

Inaandika maelezo mafupi…

Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.

αγγλόφωνος

  • aŋˈglo.fo.nos

Limetoka wapi

αγγλόφωνος < (λόγιο δάνειο) γαλλική anglophone. Μορφολογικά αναλύεται σε αγγλό- + -φωνος.

:: Η λέξη μαρτυρείται από το 1891

kivumishi αγγλόφωνος · αγγλόφωνη · αγγλόφωνο · αγγλόφωνου · αγγλόφωνης

  1. που έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα αγγλικά ※ H Βρετανία, όπως και όλη η αγγλόφωνη εκδοτική αγορά, ζει στην αυτάρκειά της, αρκείται σε ό,τι παράγει ο αγγλόφωνος κόσμος, που είναι αλήθεια ότι είναι ετερόκλητος και ποικίλος.
  2. τόπος όπου κατοικούν αγγλόφωνοι αγγλόφωνη χώρα
  3. ουσιαστικοποιημένο οι αγγλόφωνοι του Καναδά

Yanayofanana: αγγλόγλωσσος

Visawe na vinyume

kivumishi

Yanayofanana: αγγλόγλωσσος

Kwa Kiingereza

Zungumza kuhusu neno hili

Nukuu
MLA

"αγγλόφωνος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CF%8C%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγγλόφωνος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CF%8C%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"αγγλόφωνος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CF%8C%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγγλόφωνος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%BB%CF%8C%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}