αγκράφα
Ελληνικά · المرادفات والأضداد
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
αγκράφα
- aˈgɾa.fa
من أين أتت
αγκράφα < (άμεσο δάνειο) γαλλική agrafe + -α
اسم αγκράφα · αγκράφες · αγκράφας · αγκραφών
-
το μεταλλικό εξάρτημα που συνδέει τις δύο άκρες μιας ζώνης για τη μέση ή σε ένα λουράκι για ρολόι, παπούτσι κτλ.
Πέρασε την άκρη της δερμάτινης ζώνης μέσα από την αγκράφα και την έσφιξε στη μέση του.
مشابه: πόρπη
- καρφίτσα (κόσμημα) για ρούχα ή αξεσουάρ ※ Στην κηδεία της Μαρίκας Κοτοπούλη φόρεσα ένα μαύρο φόρεμα από χοντρό μετάξι, παπούτσια καστόρινα και τσάντα με ασημένια αγκράφα (Μάνος Ελευθερίου, Η γυναίκα που πέθανε δυο φορές, εκδ. Μεταίχμιο, 2006, σελ. 55)
بالإنجليزية
- buckle metal clasp with a hinged tongue or a spike
تحدّث عن هذه الكلمة "αγκράφα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. αγκράφα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B1 "αγκράφα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B1.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {αγκράφα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}