πόρπη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πόρπη

Where it comes from

πόρπη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πόρπη < πείρω

noun πόρπη · πόρπες · πόρπης · πορπών

  1. ενδυμασία η αγκράφα της ζώνης για τη μέση, κυρίως η πολυτελής που είναι από μόνη της κόσμημα
  2. αρχαιολογία, κόσμημα το κόσμημα με το οποίο συγκρατούσαν στους ώμους τον πέπλο και τον χιτώνα ※ Βρέθηκαν επίσης, αρκετά χάλκινα μικροαντικείμενα, όπως βελόνες, μια αγκράφα και μία τοξωτή πόρπη, ενώ στο στόμα του νεκρού – σύμφωνα με τις ταφικές πρακτικές – ήταν τοποθετημένο ένα χάλκινο νόμισμα (Αρχαιολογικόν δελτίον, τόμος 54, 2005, σελ. 500)

    Similar: περόνη

  3. καρφίτσα για τα μαλλιά

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πόρπη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%80%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πόρπη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%80%CE%B7

Chicago

"πόρπη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%80%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πόρπη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%80%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}