ميكوين

αγνωστικισμός

Ελληνικά · المرادفات والأضداد

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

αγνωστικισμός

من أين أتت

αγνωστικισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική agnosticism < αρχαία ελληνική ἄγνωστος. Λέξη δημιουργημένη στα 1869 από τον βιολόγο Τόμας Χάξλεϋ

:: (μαρτυρείται από το 1888)

اسم αγνωστικισμός · αγνωστικισμοί · αγνωστικισμού · αγνωστικισμών · αγνωστικισμό · αγνωστικισμούς

  1. φιλοσοφία φιλοσοφική θεωρία που δεν δέχεται ότι μπορεί κάποιος να γνωρίζει για την ύπαρξη θεού ή άλλης ανώτερης δύναμης

مشابه: αγνωσία, αγνωσιαρχία, αγνωστισμός, αγνωστοκρατία

المرادفات والأضداد

بالإنجليزية

  • agnosticism view that the existence of a God or gods is unknown, unknowable, unproven, or un

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"αγνωστικισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγνωστικισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"αγνωστικισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγνωστικισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}