αγνός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγνός¹
- aˈɣnos
Where it comes from
αγνός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἁγνός
adjective αγνός · αγνή · αγνό · αγνού · αγνής
- που δεν έχει μέσα του κακία, υστεροβουλία ή άλλο αρνητικό χαρακτηριστικό ※ τον Κρατερό τον αγαπώ σαν αδερφό μου... Είναι αγνός, λεβέντης, καλόψυχος και μαζί μ' αυτά πεισματάρης, οξύθυμος, εγωιστής κι αχρειόστομος (Σωκράτης Σίσκος, Η ταβέρνα του Κρατερού θεατρικό έργο σε τρεις πράξεις, Γ΄ βραβείο 1993 της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Θεσσαλονίκη, 2013, ISBN 978
- παρθένος, ανόθευτος Το μέλι από αυτόν τον παραγωγό είναι αγνό.
- που δεν έχει έρθει ποτέ του σε σεξουαλική επαφή, παρθένος
Αγνός²
Where it comes from
Αγνός < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Αγνός
- ανδρικό όνομα
In English
Talk about this word "αγνός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αγνός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%8C%CF%82 "αγνός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγνός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BD%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}