αγορά
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
αγορά¹
- a.ɣoˈɾa
어원
αγορά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγορά < ἀγείρω
명사 αγορά · αγορές · αγοράς · αγορών
- ο χώρος στο κέντρο μιας πόλης, όπου συγκεντρώνονταν οι πολίτες για να συζητήσουν τα τρέχοντα προβλήματα και να αγοράσουν προϊόντα, συχνά με κεφαλαίο
- το μέρος μιας πόλης όπου είναι συγκεντρωμένα εμπορικά καταστήματα ※ Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα.
- κτήριο που στεγάζει πολλά εμπορικά καταστήματα ένα από τα αξιοθέατα των Χανίων είναι και η Παλιά Αγορά της πόλης
- το σύνολο των ανθρώπων που ασχολούνται με τις αγορές και τις πωλήσεις η αγορά δείχνει ανήσυχη απέναντι στις εξελίξεις
-
η απόκτηση ενός αγαθού έναντι κάποιου χρηματικού ποσού ή άλλου τιμήματος, η ενέργεια με την οποία κάποιος γίνεται ιδιοκτήτης υλικού ή πνευματικού αντικειμένου δίνοντας χρήματα ή άλλο οικονομικό αντάλλαγμα
반의어: πώληση
- η συγκέντρωση αγορά θεών
Αγορά²
어원
Αγορά < → λείπει η ετυμολογία
명사 Αγορά
- χώρος ανταλλαγής ιδεών και αγοράς προϊόντων ※ […] η διερεύνηση του εξωτερικού χώρου έφερε καταρχάς στο φως τμήμα πλακόστρωτου δαπέδου το οποίο, σε συνάφεια με τα ερείπια κτιρίων προς δυσμάς, η έρευνα των οποίων προγραμματίζεται για το τρέχον έτος, θα πρέπει να αποδοθεί στην υπαίθρια πλατεία της Αγοράς. Επιπλέον, εντοπίστηκαν τουλάχιστον δύο ά
영어로
이 단어에 대해 이야기하기 "αγορά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AC. Accessed 6 Nov. 2026. αγορά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AC "αγορά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AC.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {αγορά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AC},
urldate = {2026-11-06}
}