πώληση

Ελληνικά · Синонимы и антонимы

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

πώληση

Откуда оно

πώληση < αρχαία ελληνική πώλησις < πωλῶ

существительное πώληση · πωλήσεις · πώλησης · πωλήσεων

  1. η διάθεση ενός αγαθού έναντι κάποιου χρηματικού ποσού ή άλλου τιμήματος πώληση ελαιολάδου
  2. η νομική σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (ο πωλητής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταβιβάσει ή να εκχωρήσει την κυριότητα του αντικειμένου της πώλησης και ο άλλος συμβαλλόμενος (ο αγοραστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει το συμφωνηθέν τίμημα πώληση διαμερίσματος

Противоположное: αγορά

Синонимы и антонимы

существительное

Противоположное: αγορά

По-английски

  • sale exchange of goods or services for currency or credit
  • selling action of the verb "to sell"

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"πώληση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8E%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πώληση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8E%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"πώληση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8E%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πώληση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8E%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}