πώληση
Ελληνικά · Синонимы и антонимы
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
πώληση
Откуда оно
πώληση < αρχαία ελληνική πώλησις < πωλῶ
существительное πώληση · πωλήσεις · πώλησης · πωλήσεων
- η διάθεση ενός αγαθού έναντι κάποιου χρηματικού ποσού ή άλλου τιμήματος πώληση ελαιολάδου
- η νομική σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (ο πωλητής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταβιβάσει ή να εκχωρήσει την κυριότητα του αντικειμένου της πώλησης και ο άλλος συμβαλλόμενος (ο αγοραστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει το συμφωνηθέν τίμημα πώληση διαμερίσματος
Противоположное: αγορά
Синонимы и антонимы
существительное
Противоположное: αγορά
По-английски
Обсудить это слово "πώληση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8E%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. πώληση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8E%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7 "πώληση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8E%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {πώληση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8E%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}