αγροφιλία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγροφιλία

  • a.ɣɾo.fiˈli.a

Where it comes from

αγροφιλία < (αγρός) αγρο- + -φιλία

noun αγροφιλία · αγροφιλίες · αγροφιλίας · αγροφιλιών

  1. neologism, νεολογισμός η τάση εγκατάλειψης των αστικών κέντρων και (μόνιμης) εγκατάστασης σε αγροτικές περιοχές ※ Για επιστροφή στη φύση και πέρασμα από την αστυφιλία στην αγροφιλία προτρέπει το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων με νομοσχέδιο, που έχει πάρει ήδη το «πράσινο φως» από το υπουργικό συμβούλιο, αφού εγκρίθηκε σε δεύτερη ανάγνωση την περασμένη Πέμπτη. (*)

Opposite: αστυφιλία, εξαστισμός, αστικοποίηση, ουρμπανισμός

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγροφιλία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγροφιλία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αγροφιλία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγροφιλία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}