αγωγή

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγωγή

  • aɣoˈʝi

Where it comes from

αγωγή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγωγή < ἄγω

noun αγωγή · αγωγές · αγωγής · αγωγών

  1. διαδικασία απόκτησης τρόπων συμπεριφοράς, μετάδοσης αξιών, ιδανικών κ.λπ., που έχει ως στόχο τη διαμόρφωση του χαρακτήρα

    Similar: διαπαιδαγώγηση, ανατροφή

  2. figuratively, συνεκδοχικά εκπαίδευση σχολικό μάθημα ολυμπιακής αγωγής
  3. ιατρική συστηματική μέθοδος, σύνολο από κανόνες, ενέργειες και δραστηριότητες (που ακολουθούν μια διάγνωση ή κάποια ιατρική πράξη) για τη θεραπεία ασθένειας, πάθησης, την αποκατάσταση ή τη διατήρηση της υγείας κάποιου Θα χρειαστεί μια συντηρητική φαρμακευτική αγωγή που μαζί με ελαφριά άσκηση και ειδική δίαιτα θα λύσει το πρόβλημα.
  4. μουσική το τέμπο (ιταλικά tempo), η ταχύτητα στην εκτέλεση ενός μουσικού έργου, πόσο αργά ή γρήγορα πρέπει να το ερμηνεύσουμε H ρυθμική αγωγή ενός μουσικού έργου ορίζεται συνήθως με ιταλικούς όρους, όπως allegro, andante.
  5. νομικός όρος έγγραφο δικαστικής παρέμβασης για την επίλυση πολιτικού αδικήματος και ταυτόχρονα έννομης αξιώσεως
  6. νομικός όρος, ως δικονομική έννοια η διαδικαστική πράξη με την οποία αρχίζει η προδικασία της δίκης μέχρι και την έκδοση ευνοϊκής απόφασης Η αγωγή ταυτίζεται και με την αξίωση προστασίας νομίμου δικαιώματος, διακρινόμενη έτσι α) σε προσωπική αγωγή και β) σε πραγματική ή απρόσωπη.
  7. νομικός όρος ένδικο μέσο για την απαίτηση χρηματικής ικανοποίησης
  8. figuratively, νομικός όρος, συνεκδοχικά η διαδικασία κατάθεσης της αγωγής
  9. φυσική το φαινόμενο της μετάδοσης θερμότητας μέσα σε ένα σώμα όπως σε μία μεταλλική ράβδο → χρειάζεται παράδειγμα

In English

  • medicine treatment or cure
  • action law: charge
  • knowledge fact of knowing about something; understanding, familiarity with information
  • lawsuit case where a court is needed to resolve differences
  • treatment medical care for an illness or injury

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγωγή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

αγωγή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE

Chicago

"αγωγή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγωγή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%B3%CE%AE},
  urldate = {2026-11-06}
}