αγωνίζομαι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγωνίζομαι
- a.ɣoˈni.zo.me
Where it comes from
αγωνίζομαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγωνίζομαι
:* για τους δύο τελευταίους ορισμούς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγωνίζομαι
verb αγωνίζομαι · αγωνιζόμουν · αγωνίστηκα · αγωνιζόμουνα
- ο αγώνας και η καταβολή μεγάλης προσπάθειας για κάποιο στόχο Αγωνίστηκε να σώσει το σπίτι του, αλλά τελικά του το κατάσχεσαν
- συμμετέχω σε αγώνα
- προσπαθώ σκληρά να αποδυναμώσω κάποιον ή κάτι
Similar: πασχίζω, παλεύω · Opposite: εφησυχάζω, φυγομαχώ, λιποτακτώ
Thesaurus
Talk about this word "αγωνίζομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. αγωνίζομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "αγωνίζομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγωνίζομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}