αγώνας
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αγώνας
- aˈɣo.nas
Where it comes from
αγώνας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγών από την αιτιατική «τὸν ἀγῶνα» → δείτε τη λέξη ἄγω
noun αγώνας · αγώνες · αγώνα · αγώνων
- η επίπονη προσπάθεια για την επίτευξη ενός σκοπού χρειάζεται μεγάλος αγώνας για την κατάκτηση της πρώτης θέσης
- η οργανωμένη και συστηματική κινητοποίηση για την επίτευξη ενός σκοπού ο αγώνας του Πολυτεχνείου / των εργατών
-
η σύγκρουση δύο αντίπαλων στρατιωτικών παρατάξεων
Similar: μάχη
- το σύνολο των μαχών, ο πόλεμος ο Μακεδονικός Αγώνας
- η οργανωμένη αναμέτρηση αθλητών ή ομάδων σε ένα συγκεκριμένο άθλημα
- οι αγώνες: οι αθλητικές αναμετρήσεις μεταξύ ομάδων, συλλόγων ή και κρατών, οι οποίες έχουν οργανωθεί μετά από επίσημη ανάθεση σε κάποια πόλη ή κράτος οι Ολυμπιακοί Αγώνες
In English
Talk about this word "αγώνας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αγώνας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82 "αγώνας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αγώνας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}