αγώνας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αγώνας

  • aˈɣo.nas

Where it comes from

αγώνας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγών από την αιτιατική «τὸν ἀγῶνα» → δείτε τη λέξη ἄγω

noun αγώνας · αγώνες · αγώνα · αγώνων

  1. η επίπονη προσπάθεια για την επίτευξη ενός σκοπού χρειάζεται μεγάλος αγώνας για την κατάκτηση της πρώτης θέσης
  2. η οργανωμένη και συστηματική κινητοποίηση για την επίτευξη ενός σκοπού ο αγώνας του Πολυτεχνείου / των εργατών
  3. η σύγκρουση δύο αντίπαλων στρατιωτικών παρατάξεων

    Similar: μάχη

  4. figuratively, συνεκδοχικά, συνήθως με κεφαλαίο το σύνολο των μαχών, ο πόλεμος ο Μακεδονικός Αγώνας
  5. αθλητισμός η οργανωμένη αναμέτρηση αθλητών ή ομάδων σε ένα συγκεκριμένο άθλημα
  6. plural, αθλητισμός, στον πληθυντικό οι αγώνες: οι αθλητικές αναμετρήσεις μεταξύ ομάδων, συλλόγων ή και κρατών, οι οποίες έχουν οργανωθεί μετά από επίσημη ανάθεση σε κάποια πόλη ή κράτος οι Ολυμπιακοί Αγώνες

In English

  • war rhetorical: campaign against something
  • race contest
  • battle struggle; a contest; as, the battle of life
  • match sporting event
  • struggle strife, effort
  • combat a battle; a fight

Talk about this word

Cite this
MLA

"αγώνας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αγώνας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82

Chicago

"αγώνας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αγώνας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B3%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}