μάχη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μάχη¹
- ˈma.çi
Where it comes from
μάχη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μάχη
noun μάχη · μάχες · μάχης · μαχών
- σύγκρουση μεταξύ δύο στρατευμάτων σε συγκεκριμένο χώρο και χρονική στιγμή Η μάχη του Μαραθώνα έγινε το 490 π.Χ.
- σύνολο πολεμικών γεγονότων που διαδραματίστηκαν σε συγκεκριμένο χώρο μέσα στο ιστορικό πλαίσιο ενός ευρύτερου πολέμου. Η μάχη της Κρήτης κατά το Β' Παγκόσμιο πόλεμο.
- βίαιη σύγκρουση, ένοπλη ή μη, μεταξύ δύο αντιπάλων παρατάξεων, ομάδων κ.λπ. Πάλι μετατράπηκε το κέντρο της Αθήνας σε πεδίο μάχης.
- ο αγώνας για την επίτευξη ενός στόχου η μάχη για τη ζωή, για το μεροκάματο, για μία θέση στα πανεπιστήμια
Similar: αναμέτρηση, σύγκρουση, συμπλοκή, σύρραξη
Μάχη²
Where it comes from
Μάχη < περικοπή του Ανδρομάχη < αρχαία ελληνική Ἀνδρομάχη
proper noun Μάχη
- γυναικείο όνομα
Thesaurus
noun
Similar: αναμέτρηση, σύγκρουση, συμπλοκή, σύρραξη
In English
Talk about this word "μάχη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%87%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. μάχη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%87%CE%B7 "μάχη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%87%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μάχη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CE%AC%CF%87%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}