αδελφή
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αδελφή
- a.ðelˈfi
Sounds like αδέλφι
Where it comes from
αδελφή < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική ἀδελφή και λόγια επίδραση στο αδερφή.
:* για τη μοναχή < μεσαιωνική ελληνική ἀδελφή < ελληνιστική κοινή ἀδελφή (μέλος χριστιανικής κοινότητας)
:* για τη νοσοκόμα < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική sister ή τη γερμανική Krankenschwester ή τη γαλλική sœurs de la charité (πληθυντικός)
:* για το επίθετο < → δείτε τη λέξη αδελφός
noun αδελφή · αδελφές · αδελφάδες · αδελφής · αδελφών · αδελφάδων
- αυτή που έχει γεννηθεί από τον ίδιο γονέα με κάποιον άλλον
- η μοναχή
- η νοσοκόμα, η νοσηλεύτρια ※ Η αδελφή είπε ότι θα μου έβγαζαν πλάκες. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ο γύψος. Συλλογή διηγημάτων Δεκαοχτώ κείμενα. Αθήνα: Κέδρος, 1970)
- άντρας ομοφυλόφιλος
adjective αδελφή · αδελφές · αδελφάδες · αδελφής · αδελφών · αδελφάδων
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του αδελφός Οι επιχειρήσεις με κοινή μητρική εταιρία λέγονται αδελφές επιχειρήσεις.
In English
Talk about this word "αδελφή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CE%BB%CF%86%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. αδελφή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CE%BB%CF%86%CE%AE "αδελφή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CE%BB%CF%86%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αδελφή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B5%CE%BB%CF%86%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}