αδιάφθορος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αδιάφθορος
Where it comes from
αδιάφθορος < αρχαία ελληνική ἀδιάφθορος
adjective αδιάφθορος · αδιάφθορη · αδιάφθορο · αδιάφθορου · αδιάφθορης
-
που δεν έχει διαφθαρεί ή κανείς δεν μπορεί να τον διαφθείρει ηθικά
μετά το σκάνδαλο που ξέσπασε ο υπουργός Οικονομικών διόρισε νέα αδιάφθορη ηγεσία στις υπηρεσίες του υπουργείου του
Opposite: διεφθαρμένος
- που δεν έχει υποστεί διάτρηση ή άλλου είδους φθορά
noun αδιάφθορος · αδιάφθορη · αδιάφθορο · αδιάφθορου · αδιάφθορης
- προσωνυμία του Ροβεσπιέρου
- οι υπάλληλοι της υπηρεσίας για την αντιμέτωπιση του οικονομικού εγκλήματος που έχουν αυξημένες αρμοδιότητες και εσωτερικού ελέγχου
In English
- incorruptible incapable of being bribed or morally corrupted
- untouchable incorruptible law enforcement agent
Talk about this word "αδιάφθορος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CE%B8%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αδιάφθορος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CE%B8%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82 "αδιάφθορος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CE%B8%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αδιάφθορος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CE%B8%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}