αδιάφθορος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αδιάφθορος

Where it comes from

αδιάφθορος < αρχαία ελληνική ἀδιάφθορος

adjective αδιάφθορος · αδιάφθορη · αδιάφθορο · αδιάφθορου · αδιάφθορης

  1. που δεν έχει διαφθαρεί ή κανείς δεν μπορεί να τον διαφθείρει ηθικά μετά το σκάνδαλο που ξέσπασε ο υπουργός Οικονομικών διόρισε νέα αδιάφθορη ηγεσία στις υπηρεσίες του υπουργείου του

    Opposite: διεφθαρμένος

  2. ιατρική που δεν έχει υποστεί διάτρηση ή άλλου είδους φθορά

noun αδιάφθορος · αδιάφθορη · αδιάφθορο · αδιάφθορου · αδιάφθορης

  1. ιστορία προσωνυμία του Ροβεσπιέρου
  2. plural, στον πληθυντικό, δημοσιογραφικό οι υπάλληλοι της υπηρεσίας για την αντιμέτωπιση του οικονομικού εγκλήματος που έχουν αυξημένες αρμοδιότητες και εσωτερικού ελέγχου

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αδιάφθορος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CE%B8%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αδιάφθορος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CE%B8%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"αδιάφθορος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CE%B8%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αδιάφθορος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%86%CE%B8%CE%BF%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}