米克温

αζευγάρωτος

Ελληνικά · 同义词与反义词

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

αζευγάρωτος

它从哪里来

αζευγάρωτος < α- (στερητικό) + ζευγαρώνω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

形容词 αζευγάρωτος · αζευγάρωτη · αζευγάρωτο · αζευγάρωτου · αζευγάρωτης

  1. vulgar, λαϊκότροπο που δεν έχει (ή δεν μπορεί να) ζευγαρώσει

    相近词: άγαμος, άζευχτος · 反义词: ζευγαρωμένος

  2. που δεν (μπορεί να) αποτελεί ζευγάρι με κάποιο(ν) άλλο(ν)

    相近词: παράταιρος, αταίριαστος, ανόμοιος

  3. που δεν έχει (ή δεν μπορεί) να οργωθεί

    相近词: ανόργωτος · 反义词: οργωμένος

英语

讨论这个词

引用
MLA

"αζευγάρωτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B6%CE%B5%CF%85%CE%B3%CE%AC%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αζευγάρωτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B6%CE%B5%CF%85%CE%B3%CE%AC%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αζευγάρωτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B6%CE%B5%CF%85%CE%B3%CE%AC%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αζευγάρωτος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B6%CE%B5%CF%85%CE%B3%CE%AC%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}