αταίριαστος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αταίριαστος

Where it comes from

αταίριαστος < μεσαιωνική ελληνική αταίριαστος α- + ταιριάζω

adjective αταίριαστος · αταίριαστη · αταίριαστο · αταίριαστου · αταίριαστης

  1. που δε ταιριάζει

    Similar: παράταιρος, ασυνταίριαστος · Opposite: ταιριαστός, ταιριασμένος, συνταιριασμένος

  2. figuratively, μεταφορικά ανάρμοστος ※ Ύστερα, ο αταίριαστος γάμος του εξηντάρη λογοτέχνη με μια κοπελίτσα εικοσιέξι χρόνων, με ενόχλησε. (Μ. Καραγάτσης, Ο κίτρινος φάκελος)
  3. figuratively, literary, μεταφορικά, λογοτεχνικό άφταστος, ασύγκριτος
  4. rare, σπάνιο χωρίς ταίρι

    Similar: αζευγάρωτος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αταίριαστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αταίριαστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"αταίριαστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αταίριαστος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}