αταίριαστος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αταίριαστος
Where it comes from
αταίριαστος < μεσαιωνική ελληνική αταίριαστος α- + ταιριάζω
adjective αταίριαστος · αταίριαστη · αταίριαστο · αταίριαστου · αταίριαστης
-
που δε ταιριάζει
Similar: παράταιρος, ασυνταίριαστος · Opposite: ταιριαστός, ταιριασμένος, συνταιριασμένος
- ανάρμοστος ※ Ύστερα, ο αταίριαστος γάμος του εξηντάρη λογοτέχνη με μια κοπελίτσα εικοσιέξι χρόνων, με ενόχλησε. (Μ. Καραγάτσης, Ο κίτρινος φάκελος)
- άφταστος, ασύγκριτος
-
χωρίς ταίρι
Similar: αζευγάρωτος
In English
- incongruous not matching
Talk about this word "αταίριαστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αταίριαστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82 "αταίριαστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αταίριαστος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%AF%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}