αθάνατος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αθάνατος¹
Where it comes from
αθάνατος < αρχαία ελληνική ἀθάνατος < ἀ- στερητικό + θάνατος
adjective αθάνατος · αθάνατη · αθάνατο · αθάνατου · αθάνατης
- που δεν υπόκειται στη μοίρα του θανάτου ※ κι’ αν πεθάνωμεν, πεθαίνομεν διά την πατρίδα μας, διά την θρησκεία μας, και πολεμούμεν όσο μπορούμεν αναντίον της τυραγνίας· κι’ ο Θεός βοηθός. Αυτός ο θάνατος είναι γλυκός, ότι κανένας δεν θα γένη αθάνατος· κι’ όταν ο Χάρος θαρθή να μας πάρη, όταν θέλη, άρρωστους και δυστυχείς, καλύτερα σήμερα να
- σχετικός με την αθανασία το αθάνατο νερό χαρίζει την αθανασία
- αιώνιος, παντοτινός, άφθαρτος ※ -Αμπέλι μου, πλατύφυλλο και καλοκλαδεμένο, δέσε σταφύλια κόκκινα, να μπω να σε τρυγήσω, να κάμω αθάνατο κρασί, μοσκοβολιά γιομάτο.
noun αθάνατος · αθάνατη · αθάνατο · αθάνατου · αθάνατης
- οι θεοί
- το φυτό αγαύη
Αθάνατος²
Where it comes from
Αθάνατος < αθάνατος
proper noun Αθάνατος
- ανδρικό όνομα
Thesaurus
In English
Talk about this word "αθάνατος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αθάνατος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82 "αθάνατος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αθάνατος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}