απέθαντος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απέθαντος
Where it comes from
απέθαντος < α- + πεθαίνω + -τος
adjective απέθαντος · απέθαντη · απέθαντο · απέθαντου · απέθαντης
- που δεν πεθαίνει ή δεν είναι δυνατόν να πεθάνει, να χαθεί, να καταστραφεί ※ Όπως ακριβώς εμείς καθαρίζουμε το σπίτι μας πριν από μια γιορτή, περιμένοντας με ανυπομονησία τους καλύτερους φίλους μας, έτσι και αυτοί καθαρίζουν αρκετά τετραγωνικά χιλιόμετρα της περιφέρειας που ελέγχουν για να τα βρει σε λίγο όλα καθαρά ο απέθαντος θεός της βροχής.
Similar: αθάνατος
Thesaurus
adjective
Similar: αθάνατος
Talk about this word "απέθαντος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. απέθαντος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%82 "απέθαντος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απέθαντος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}