αισθητός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αισθητός
- e.sθiˈtos
Where it comes from
αισθητός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἰσθητός < αἰσθάνομαι
: σημασία «αντιλητπός» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική perceptible
adjective αισθητός · αισθητή · αισθητό · αισθητού · αισθητής
- που γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις ο σεισμός έγινε αισθητός σε όλη τη νοτιοδυτική χώρα
- σημαντικός, αξιοσημείωτος δεν υπάρχει αισθητή διαφορά
- έντονος, που προκαλεί αίσθηση η απουσία της ήταν αισθητή
Similar: αντιληπτός, μεγάλος, αξιόλογος, έκδηλος, φανερός
Thesaurus
adjective
Similar: αντιληπτός, μεγάλος, αξιόλογος, έκδηλος, φανερός
In English
Talk about this word "αισθητός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. αισθητός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82 "αισθητός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αισθητός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}