αισθητός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αισθητός

  • e.sθiˈtos

Where it comes from

αισθητός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἰσθητός < αἰσθάνομαι

: σημασία «αντιλητπός» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική perceptible

adjective αισθητός · αισθητή · αισθητό · αισθητού · αισθητής

  1. που γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις ο σεισμός έγινε αισθητός σε όλη τη νοτιοδυτική χώρα
  2. σημαντικός, αξιοσημείωτος δεν υπάρχει αισθητή διαφορά
  3. έντονος, που προκαλεί αίσθηση η απουσία της ήταν αισθητή

Similar: αντιληπτός, μεγάλος, αξιόλογος, έκδηλος, φανερός

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αισθητός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αισθητός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"αισθητός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αισθητός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}