αισιόδοξος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αισιόδοξος

  • e.siˈo.ðo.ksos

Where it comes from

αισιόδοξος < αίσι(ος) + -ο- + δόξ(α) + -ος, απόδοση για τη γαλλική optimiste.

adjective αισιόδοξος · αισιόδοξη · αισιόδοξο · αισιόδοξου · αισιόδοξης

  1. που τρέφει ελπίδες για το μέλλον, που πιστεύει ότι κάποια εξέλιξη θα έχει αίσιο τέλος ※ Ήταν πάντα ξένοιαστος, πάντα γελαστός, πάντα αισιόδοξος. Τέλειος ζαμανφουτίστας με δυο έντονα πάθη : τον έρωτα και τη φιλοσοφική φλυαρία.

    Similar: βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο · Opposite: απαισιόδοξος

  2. ευνοϊκός, θετικός αισιόδοξες προβλέψεις

    Similar: ευοίωνος · Opposite: δυσοίωνος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αισιόδοξος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αισιόδοξος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CF%82

Chicago

"αισιόδοξος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αισιόδοξος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}