απαισιόδοξος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
απαισιόδοξος
- a.pe.siˈo.ðo.ksos
Where it comes from
απαισιόδοξος < (από) απ- στερητικό + αισιόδοξος, απόδοση για τη γαλλική pessimiste, αντί του *αν-αισιόδοξος, πιθανόν από την επίδραση του απαίσιος. Σε χρήση από τα τέλη του 19ου αιώνα (δες παράθεμα του 1878 παρακάτω)
adjective απαισιόδοξος · απαισιόδοξη · απαισιόδοξο · απαισιόδοξου · απαισιόδοξης
-
που περιμένει τα πράγματα να εξελίσσονται με άσχημη έκβαση, που περιμένει το χειρότερο από τη ζωή
※ Απαισιόδοξος περὶ τοῦ μέλλοντος δὲν εἶμαι, ἀφοῦ καὶ βλέπω καὶ προτείνω τὴν ἀνόρθωσιν (Παρνασσός, τόμος 2, σελ. 99, 1878)
Similar: βλέπω το ποτήρι μισοάδειο, πεσιμιστικός · Opposite: αισιόδοξος, οπτιμιστικός
In English
- pessimistic marked by pessimism and little hopefulness
- pessimist someone who habitually expects the worst outcome
Talk about this word "απαισιόδοξος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. απαισιόδοξος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CF%82 "απαισιόδοξος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {απαισιόδοξος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B9%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CE%BE%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}