αιτία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αιτία

Where it comes from

αιτία < αρχαία ελληνικήαἰτία

noun αιτία · αιτίες · αιτίας · αιτιών

  1. το γεγονός που προκάλεσε ένα αποτέλεσμα
  2. ο άνθρωπος που προκαλεί ένα αποτέλεσμα Εσύ' σαι η αιτία που υποφέρω
  3. το αίτιο γενικά Μη μου φορτώνεις την αιτία, εσύ ξεκίνησες τον καβγά
  4. αφορμή Τρώγεσαι με τα ρούχα σου και γυρεύεις αιτία να τακωθούμε
  5. γραμματική πτώσεις που δηλώνουν αιτία σε ορισμένες φράσεις (π.χ. γενική της αιτίας)
  6. κουσούρι, πρόβλημα υγείας όταν πουλάς το ζώο να λες και τις αιτίες του
  7. dated, παρωχημένο με την πρόθεση εις στη μεσαιωνική Ελλάδα προσδιόριζαν την πηγή της ασθένειας Εις αιτίαν εντέρου

In English

  • cause source or reason of an event or action
  • purpose reason for doing something

Talk about this word

Cite this
MLA

"αιτία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%AF%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

αιτία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%AF%CE%B1

Chicago

"αιτία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αιτία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}