αιτία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
αιτία
Where it comes from
αιτία < αρχαία ελληνικήαἰτία
noun αιτία · αιτίες · αιτίας · αιτιών
- το γεγονός που προκάλεσε ένα αποτέλεσμα
- ο άνθρωπος που προκαλεί ένα αποτέλεσμα Εσύ' σαι η αιτία που υποφέρω
- το αίτιο γενικά Μη μου φορτώνεις την αιτία, εσύ ξεκίνησες τον καβγά
- αφορμή Τρώγεσαι με τα ρούχα σου και γυρεύεις αιτία να τακωθούμε
- πτώσεις που δηλώνουν αιτία σε ορισμένες φράσεις (π.χ. γενική της αιτίας)
- κουσούρι, πρόβλημα υγείας όταν πουλάς το ζώο να λες και τις αιτίες του
- με την πρόθεση εις στη μεσαιωνική Ελλάδα προσδιόριζαν την πηγή της ασθένειας Εις αιτίαν εντέρου
In English
Talk about this word "αιτία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%AF%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. αιτία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%AF%CE%B1 "αιτία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {αιτία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}