αιώνας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

αιώνας

  • eˈo.nas

Where it comes from

αιώνας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική αἰών από την αιτιατική τὸν αἰώνα

noun αιώνας · αιώνες · αιώνα · αιώνων

  1. χρονική περίοδος εκατό (100) ετών (με σύστημα χρονολόγησης που χρησιμοποιεί την περίοδο 100 ετών)

    Similar: εκατονταετία

  2. περίοδος της ιστορίας που χαρακτηρίζεται από την παρουσία και το έργο μιας προσωπικότητας ή την επίδραση μιας κοινωνικής, τεχνολογικής κλπ εξέλιξης ζούμε στον αιώνα της τεχνολογίας και της κατανάλωσης

    Similar: εποχή

  3. γεωλογία γεωλογική περίοδος (και με κεφαλαίο: Αιώνας) μεσοζωϊκός αιώνας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"αιώνας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

αιώνας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82

Chicago

"αιώνας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {αιώνας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}