εποχή

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εποχή

  • e.poˈçi

Where it comes from

εποχή < αρχαία ελληνική ἐποχή

noun εποχή · εποχές · εποχής · εποχών

  1. υποδιαίρεση του έτους (για τις εύκρατες περιοχές: άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας)
  2. υποδιαίρεση του ιστορικού χρόνου, μεγάλη ή μικρότερη ιστορική περίοδος νεολιθική εποχή, κλασική εποχή, η εποχή του Περικλή
  3. μία χρονική περίοδος με κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά Αυτό το κειμήλιο είναι της εποχής του παππού μου.
  4. φιλοσοφία η φιλοσοφική στάση των σκεπτικών κατά την οποία ο φιλόσοφος παύει να εκφέρει κρίσεις περί την αλήθεια ή το ψεύδος των προτάσεων.

In English

  • season quarter of a year
  • age particular period of time in history
  • era time period
  • epoch particular period of history

Talk about this word

Cite this
MLA

"εποχή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

εποχή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE

Chicago

"εποχή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εποχή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE},
  urldate = {2026-11-06}
}