εποχή
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εποχή
- e.poˈçi
Where it comes from
εποχή < αρχαία ελληνική ἐποχή
noun εποχή · εποχές · εποχής · εποχών
- υποδιαίρεση του έτους (για τις εύκρατες περιοχές: άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας)
- υποδιαίρεση του ιστορικού χρόνου, μεγάλη ή μικρότερη ιστορική περίοδος νεολιθική εποχή, κλασική εποχή, η εποχή του Περικλή
- μία χρονική περίοδος με κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά Αυτό το κειμήλιο είναι της εποχής του παππού μου.
- η φιλοσοφική στάση των σκεπτικών κατά την οποία ο φιλόσοφος παύει να εκφέρει κρίσεις περί την αλήθεια ή το ψεύδος των προτάσεων.
In English
Talk about this word "εποχή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE. Accessed 6 Nov. 2026. εποχή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE "εποχή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εποχή},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%87%CE%AE},
urldate = {2026-11-06}
}