ακέραιος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακέραιος

Where it comes from

ακέραιος < ἀκέραιος < ἀ- (στερητικό) + κεράννυμι (αναμιγνύω)

adjective ακέραιος · ακέραιη · ακέραιο · ακέραιου · ακέραιης

  1. που δεν έχει μειωθεί ή δεν του λείπει κάτι να εκμεταλλευθούν στο ακέραιο τις ευκαιρίες που γεννήθηκαν

    Similar: άθικτος, μονοκόμματος, ολάκερος, ολόβολος, ολόκληρος, πλήρης

  2. μαθηματικά καθένας από τους αριθμούς του συνόλου ℤ, το μηδέν ή φυσικός αριθμός με αρνητικό ή θετικό πρόσημο
  3. figuratively, μεταφορικά, για άνθρωπο σώος, αβλαβής
  4. figuratively, μεταφορικά, για άνθρωπο που είναι έντιμος ή άψογος

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακέραιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακέραιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"ακέραιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακέραιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}