ακέραιος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ακέραιος
Where it comes from
ακέραιος < ἀκέραιος < ἀ- (στερητικό) + κεράννυμι (αναμιγνύω)
adjective ακέραιος · ακέραιη · ακέραιο · ακέραιου · ακέραιης
-
που δεν έχει μειωθεί ή δεν του λείπει κάτι
να εκμεταλλευθούν στο ακέραιο τις ευκαιρίες που γεννήθηκαν
Similar: άθικτος, μονοκόμματος, ολάκερος, ολόβολος, ολόκληρος, πλήρης
- καθένας από τους αριθμούς του συνόλου ℤ, το μηδέν ή φυσικός αριθμός με αρνητικό ή θετικό πρόσημο
- σώος, αβλαβής
- που είναι έντιμος ή άψογος
In English
Talk about this word "ακέραιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ακέραιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82 "ακέραιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ακέραιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}