ακαθαρσία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ακαθαρσία

  • a.ka.θaɾˈsi.a

Where it comes from

ακαθαρσία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκαθαρσία

noun ακαθαρσία · ακαθαρσίες · ακαθαρσίας · ακαθαρσιών

  1. κάτι που βρομίζει ※ Πλάττει αὐλὴν ἐξ ἀχρήστων ἀνθρώπων, στοιχείων φθοροποιῶν, τὰ ὁποία τὸν περιστοιχίζουσι, παρασίτων, τὰ ὁποία ἀποζώσιν ἐξ αὐτοῦ, παχυνόμενα ἐπιβλαβῶς, σηπόμενα, ζωύφια βλαβερά, ὕδατα λιμνάζοντα, παράγοντα ἀναθυμιάσεις νοσηράς, πληθύνοντα τὴν ἀκαθαρσίαν.
  2. plural normally, συνήθως στον πληθυντικό κόπρανα σε δημόσιο χώρο ※ Η περιοχή γύρω από τον τόπο λατρείας είναι γεμάτη ακαθαρσίες καμήλας και χνάρια από σκηνές που ξεστήθηκαν. Δίπλα στο ιερό δέντρο, ο Μπρούνο ανακαλύπτει ένα πηγάδι που δεν έχει μαργέλι και μια υποτυπώδη ποτίστρα. Πλενόμαστε απʼ την κορφή ως τα νύχια και πλένουμε και τα ρούχα μας, τα οποία απλώνουμε

    Similar: περίττωμα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ακαθαρσία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ακαθαρσία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%AF%CE%B1

Chicago

"ακαθαρσία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ακαθαρσία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CF%83%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}